to hold on to
hold
həʊld
hewld
on
ɒn
on
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "hold on to"στα αγγλικά

to hold on to
01

κρατιέμαι σφιχτά, πιάνω γερά

to firmly grasp or support something with one's hands 
Transitive: to hold on to sth
to hold on to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on to
βασικό ρήμα
hold
ενεστώτας
hold on to
γ΄ ενικό πρόσωπο
holds on to
ενεστώτα μετοχή
holding on to
απλός αόριστος
held on to
παθητική μετοχή
held on to
Παραδείγματα
As they descended the staircase, she was advised to hold on to the railing for balance and safety. 

Καθώς κατέβαιναν τις σκάλες, της συμβουλεύτηκαν να κρατηθεί από το κιγκλίδωμα για ισορροπία και ασφάλεια.

02

κρατιέμαι από, διατηρώ

to retain, keep, or continue to have something 
Transitive: to hold on to sth
Παραδείγματα
During economic uncertainties, individuals may strive to hold on to their jobs, ensuring financial stability. 

Κατά τις οικονομικές αβεβαιότητες, τα άτομα μπορεί να προσπαθήσουν να κρατήσουν τις θέσεις εργασίας τους, διασφαλίζοντας οικονομική σταθερότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store