to encroach on
Pronunciation
/ɛnkɹˈoʊtʃ ˈɑːn/
encroach upon

Ορισμός και σημασία του "encroach on"στα αγγλικά

to encroach on
[phrase form: encroach]
01

εισχωρώ σταδιακά, υπερβαίνω τα καθιερωμένα όρια

to gradually invade a particular area, exceeding established boundaries
to encroach on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
encroach
ενεστώτας
encroach on
γ΄ ενικό πρόσωπο
encroaches on
ενεστώτα μετοχή
encroaching on
απλός αόριστος
encroached on
παθητική μετοχή
encroached on
Παραδείγματα
The neighbor 's fence encroached on our backyard, leaving us with less room for gardening.
Ο φράκτης του γείτονα εισέβαλε στην πίσω αυλή μας, αφήνοντας μας λιγότερο χώρο για κηπουρική.
02

παραβιάζω, επεμβαίνω

to ignore or violate the entitled freedoms or privileges of individuals or groups
Παραδείγματα
The landlord was accused of encroaching on tenant rights by entering the apartment without notice.
Ο ιδιοκτήτης κατηγορήθηκε ότι παραβίασε τα δικαιώματα των ενοικιαστών εισερχόμενος στο διαμέρισμα χωρίς ειδοποίηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store