Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drink to
[phrase form: drink]
01
πίνω στην υγειά, πίνω προς τιμήν
to drink in honor of someone or something as a sign of respect, celebration, or good wishes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
drink
ενεστώτας
drink to
γ΄ ενικό πρόσωπο
drinks to
ενεστώτα μετοχή
drinking to
απλός αόριστος
drank to
παθητική μετοχή
drunk to
Παραδείγματα
They drank to the memory of their late friend.
Ήπιαν στη μνήμη του αποθανόντος φίλου τους.



























