Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drag into
01
τραβώ μέσα, εμπλέκω
to involve someone or something into a situation or conflict, often against their will
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
drag
ενεστώτας
drag into
γ΄ ενικό πρόσωπο
drags into
ενεστώτα μετοχή
dragging into
απλός αόριστος
dragged into
παθητική μετοχή
dragged into
Παραδείγματα
The gossip columnist attempted to drag the celebrity's personal life into the headlines.
Ο δημοσιογράφος κουτσομπολιού προσπάθησε να τραβήξει την προσωπική ζωή του διάσημου στους τίτλους.



























