Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deprive of
[phrase form: deprive]
01
στερώ, αφαιρώ
to take away or deny someone or something the possession or enjoyment of a particular thing
Ditransitive: to deprive of sb sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
of
βασικό ρήμα
deprive
ενεστώτας
deprive of
γ΄ ενικό πρόσωπο
deprives of
ενεστώτα μετοχή
depriving of
απλός αόριστος
deprived of
παθητική μετοχή
deprived of
Παραδείγματα
Overuse of natural resources can deprive future generations of the benefits derived from a sustainable environment.
Η υπερβολική χρήση των φυσικών πόρων μπορεί να στερήσει τις μελλοντικές γενιές από τα οφέλη που προέρχονται από ένα βιώσιμο περιβάλλον.



























