to deal in
Pronunciation
/dˈiːl ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "deal in"στα αγγλικά

to deal in
[phrase form: deal]
01

ασχολούμαι με, εμπορεύομαι

to be involved in or conduct activities related to a particular kind of business, commodity, or trade
Transitive: to deal in a business or commodity
to deal in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
deal
ενεστώτας
deal in
γ΄ ενικό πρόσωπο
deals in
ενεστώτα μετοχή
dealing in
απλός αόριστος
dealt in
παθητική μετοχή
dealt in
Παραδείγματα
The online platform deals in a wide range of handmade crafts from local artisans.
Η διαδικτυακή πλατφόρμα ασχολείται με μια ευρεία γκάμα χειροποίητων ειδών από τοπικούς τεχνίτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store