Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deal in
01
ασχολούμαι με, εμπορεύομαι
to be involved in or conduct activities related to a particular kind of business, commodity, or trade
Transitive: to deal in a business or commodity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
deal
ενεστώτας
deal in
γ΄ ενικό πρόσωπο
deals in
ενεστώτα μετοχή
dealing in
απλός αόριστος
dealt in
παθητική μετοχή
dealt in
Παραδείγματα
The antique shop specializes in dealing in rare and valuable collectibles.
Το παλαιοπωλείο ειδικεύεται στην εμπορία σπάνιων και πολύτιμων συλλεκτικών αντικειμένων.



























