Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cross over
01
διασχίζω, περνάω
to move from one side or place to another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
cross
ενεστώτας
cross over
γ΄ ενικό πρόσωπο
crosses over
ενεστώτα μετοχή
crossing over
απλός αόριστος
crossed over
παθητική μετοχή
crossed over
Παραδείγματα
The pedestrians waited for the traffic light to change before they could safely cross over the busy intersection.
Οι πεζοί περίμεναν να αλλάξει το φανάρι πριν μπορέσουν να διασχίσουν με ασφάλεια το πολυσύχναστη διασταύρωση.
02
περνώ σε, αλλάζω πλευρά
to start to support a different, often opposing, group or individual
Παραδείγματα
The actor successfully crossed over from television to film, expanding their career.
Ο ηθοποιός πέρασε με επιτυχία από την τηλεόραση στον κινηματογράφο, διευρύνοντας την καριέρα του.
03
περνώ στην άλλη πλευρά, απεβίωσε
to no longer be alive
Παραδείγματα
After a long battle with illness, the elderly woman peacefully crossed over in her sleep.
Μετά από μια μακρά μάχη με την ασθένεια, η ηλικιωμένη γυναίκα πέρασε ήσυχα στον ύπνο της.



























