Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to count towards
[phrase form: count]
01
μετράει προς, συνεισφέρει σε
to be considered as part of a total, contributing to a particular outcome or result
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
towards
βασικό ρήμα
count
ενεστώτας
count towards
γ΄ ενικό πρόσωπο
counts towards
ενεστώτα μετοχή
counting towards
απλός αόριστος
counted towards
παθητική μετοχή
counted towards
Παραδείγματα
Contributions from all team members will count towards the success of the collaborative project.
Οι συνεισφορές όλων των μελών της ομάδας θα συντελέσουν στην επιτυχία του συνεργατικού έργου.



























