Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to snow under
01
κατακλύζω, πνίγω
to overwhelm someone or something with an excessive amount of work, tasks, requests, or messages, often causing a feeling of being stressed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
under
βασικό ρήμα
snow
ενεστώτας
snow under
γ΄ ενικό πρόσωπο
snows under
ενεστώτα μετοχή
snowing under
απλός αόριστος
snowed under
παθητική μετοχή
snowed under
Παραδείγματα
The students were snowed under with assignments and exams, making it a challenging semester.
Οι μαθητές ήταν κατακλυσμένοι με εργασίες και εξετάσεις, κάνοντας το εξάμηνο προκλητικό.
02
θάβω κάτω από το χιόνι, καλύπτω με χιόνι
to cover something with a substantial layer of snow, making it hard or impossible to access, move, or operate
Παραδείγματα
The blizzard had the power to snow under cars parked on the streets overnight.
Η χιονοθύella είχε τη δύναμη να καλύψει εντελώς τα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα στους δρόμους κατά τη διάρκεια της νύχτας.



























