Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to leave over
[phrase form: leave]
01
αφήνω στην άκρη, κρατώ
to set something aside to be used or handled at a later time
Transitive: to leave over sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
leave
ενεστώτας
leave over
γ΄ ενικό πρόσωπο
leaves over
ενεστώτα μετοχή
leaving over
απλός αόριστος
left over
παθητική μετοχή
left over
Παραδείγματα
We had so much food at the party that we decided to leave some over for lunch the next day.
Είχαμε τόσο πολύ φαγητό στο πάρτι που αποφασίσαμε να αφήσουμε λίγο για το μεσημεριανό της επόμενης μέρας.



























