to leave over
leave
ˈli:v
liv
o
əʊ
ew
ver

Ορισμός και σημασία του "leave over"στα αγγλικά

to leave over
01

αφήνω στην άκρη, κρατώ

to set something aside to be used or handled at a later time 
Transitive: to leave over sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
leave
ενεστώτας
leave over
γ΄ ενικό πρόσωπο
leaves over
ενεστώτα μετοχή
leaving over
απλός αόριστος
left over
παθητική μετοχή
left over
Παραδείγματα
Let's leave some of this over for tomorrow's lunch. 

Ας αφήσουμε λίγο από αυτό για το μεσημεριανό του αύριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store