body odor
bo
ˈbɒ
bo
dy
di
di
o
əʊ
ew
dor

Ορισμός και σημασία του "body odor"στα αγγλικά

01

οσμή σώματος, δυσάρεστη οσμή σώματος

the unpleasant or distinct smell that emanates from a person's body 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store