Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Body odor
01
οσμή σώματος, δυσάρεστη οσμή σώματος
the unpleasant or distinct smell that emanates from a person's body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























