Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clear up after
01
τακτοποιώ μετά, καθαρίζω μετά
to make a place tidy by putting things back where they belong, often following a particular activity or event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up after
βασικό ρήμα
clear
ενεστώτας
clear up after
γ΄ ενικό πρόσωπο
clears up after
ενεστώτα μετοχή
clearing up after
απλός αόριστος
cleared up after
παθητική μετοχή
cleared up after
Παραδείγματα
After the party, everyone pitched in to clear up after themselves, putting away decorations and cleaning dishes.
Μετά το πάρτι, όλοι συνέβαλαν να καθαρίσουν μετά από τον εαυτό τους, βάζοντας τις διακοσμήσεις μακριά και πλένωντας τα πιάτα.



























