Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chuck away
01
πετώ, ξεφορτώνομαι
to discard things that are no longer useful
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
chuck
ενεστώτας
chuck away
γ΄ ενικό πρόσωπο
chucks away
ενεστώτα μετοχή
chucking away
απλός αόριστος
chucked away
παθητική μετοχή
chucked away
Παραδείγματα
He chucked the old magazines away to make space.
Πέταξε τα παλιά περιοδικά για να κάνει χώρο.



























