to chuck away
chuck
ʧʌk
chak
a
ə
ē
way
ˈweɪ
vei

Ορισμός και σημασία του "chuck away"στα αγγλικά

to chuck away
01

πετώ, ξεφορτώνομαι

to discard things that are no longer useful 
to chuck away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
chuck
ενεστώτας
chuck away
γ΄ ενικό πρόσωπο
chucks away
ενεστώτα μετοχή
chucking away
απλός αόριστος
chucked away
παθητική μετοχή
chucked away
Παραδείγματα
He chucked the old magazines away to make space. 

Πέταξε τα παλιά περιοδικά για να κάνει χώρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store