to chase out
chase
ʧeɪs
cheis
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "chase out"στα αγγλικά

to chase out
01

διώχνω, απομακρύνω

to scare or force someone or something to leave by running after them aggressively 
to chase out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
chase
ενεστώτας
chase out
γ΄ ενικό πρόσωπο
chases out
ενεστώτα μετοχή
chasing out
απλός αόριστος
chased out
παθητική μετοχή
chased out
Παραδείγματα
The farmer had to chase out the stray dogs that were threatening his chickens. 

Ο αγρότης έπρεπε να διώξει τα αδέσποτα σκυλιά που απειλούσαν τις κότες του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store