Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chase off
01
διώχνω, απομακρύνω
to forcefully make someone or something leave by chasing after them threateningly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
chase
ενεστώτας
chase off
γ΄ ενικό πρόσωπο
chases off
ενεστώτα μετοχή
chasing off
απλός αόριστος
chased off
παθητική μετοχή
chased off
Παραδείγματα
The security guard chased off the trespassers from the construction site.
Ο φύλακας ασφαλείας απέκρουσε τους εισβολείς από το εργοτάξιο.



























