Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to change around
01
αναδιατάσσω, αλλάζω γύρω
to move furniture or objects to make a room look different
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
change
ενεστώτας
change around
γ΄ ενικό πρόσωπο
changes around
ενεστώτα μετοχή
changing around
απλός αόριστος
changed around
παθητική μετοχή
changed around
Παραδείγματα
The interior designer suggested changing around the decor to enhance the atmosphere.
Ο εσωτερικός σχεδιαστής πρότεινε να αλλάξει τη διακόσμηση για να ενισχυθεί η ατμόσφαιρα.



























