Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bowl down
01
ριπτώ, καταρρίπτω
to cause something to fall over by hitting it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
bowl
ενεστώτας
bowl down
γ΄ ενικό πρόσωπο
bowls down
ενεστώτα μετοχή
bowling down
απλός αόριστος
bowled down
παθητική μετοχή
bowled down
Παραδείγματα
The kids managed to bowl down all the pins with their toy ball.
Τα παιδιά κατάφεραν να ριχτούν όλες τις κορύνες με την μπάλα τους.



























