Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bowl along
[phrase form: bowl]
01
κινείται με ταχύτητα, προχωρά με ενέργεια
to move with speed and energy
Παραδείγματα
Despite the rough terrain, the hiker managed to bowl along the trail.
Παρά τον ανώμαλο έδαφος, ο πεζοπόρος κατάφερε να προχωρήσει γρήγορα κατά μήκος του μονοπατιού.



























