Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bowl along
01
κινείται με ταχύτητα, προχωρά με ενέργεια
to move with speed and energy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
along
βασικό ρήμα
bowl
ενεστώτας
bowl along
γ΄ ενικό πρόσωπο
bowls along
ενεστώτα μετοχή
bowling along
απλός αόριστος
bowled along
παθητική μετοχή
bowled along
Παραδείγματα
Despite the rough terrain, the hiker managed to bowl along the trail.
Παρά τον ανώμαλο έδαφος, ο πεζοπόρος κατάφερε να προχωρήσει γρήγορα κατά μήκος του μονοπατιού.



























