Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bore into
[phrase form: bore]
01
καταβροχθίζω με το βλέμμα, κοιτάζω επίμονα
to stare at someone intensely, making them feel uncomfortable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
bore
ενεστώτας
bore into
γ΄ ενικό πρόσωπο
bores into
ενεστώτα μετοχή
boring into
απλός αόριστος
bored into
παθητική μετοχή
bored into
Παραδείγματα
As the teacher addressed the class, she bore into the students with a stern look, making sure they were paying attention.
Καθώς η δασκάλα απευθυνόταν στην τάξη, κοίταζε επίμονα τους μαθητές με ένα αυστηρό βλέμμα, διασφαλίζοντας ότι πρόσεχαν.



























