Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bore into
01
καταβροχθίζω με το βλέμμα, κοιτάζω επίμονα
to stare at someone intensely, making them feel uncomfortable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
bore
ενεστώτας
bore into
γ΄ ενικό πρόσωπο
bores into
ενεστώτα μετοχή
boring into
απλός αόριστος
bored into
παθητική μετοχή
bored into
Παραδείγματα
The intense gaze of the leader bore into each team member during the discussion.
Το έντονο βλέμμα του ηγέτη διέτρεχε κάθε μέλος της ομάδας κατά τη διάρκεια της συζήτησης.



























