Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to base on
01
βασίζομαι σε, στηρίζομαι σε
to develop something using certain facts, ideas, situations, etc.
Ditransitive: to base on sth sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
base
ενεστώτας
base on
γ΄ ενικό πρόσωπο
bases on
ενεστώτα μετοχή
basing on
απλός αόριστος
based on
παθητική μετοχή
based on
Παραδείγματα
The report is based on extensive research in the field.
Η έκθεση βασίζεται σε εκτενή έρευνα στον τομέα.



























