Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to base on
[phrase form: base]
01
βασίζομαι σε, στηρίζομαι σε
to develop something using certain facts, ideas, situations, etc.
Ditransitive: to base on sth sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
base
ενεστώτας
base on
γ΄ ενικό πρόσωπο
bases on
ενεστώτα μετοχή
basing on
απλός αόριστος
based on
παθητική μετοχή
based on
Παραδείγματα
The success of the project was based upon the collaborative efforts of the entire team.
Η επιτυχία του έργου βασίστηκε στις συνεργατικές προσπάθειες ολόκληρης της ομάδας.



























