Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to work toward
01
δουλεύω προς, προσπαθώ για
to make an effort to achieve a particular goal
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
towards
βασικό ρήμα
work
ενεστώτας
work toward
γ΄ ενικό πρόσωπο
works toward
ενεστώτα μετοχή
working toward
απλός αόριστος
worked toward
παθητική μετοχή
worked toward
Παραδείγματα
She is working toward her dream of becoming a successful entrepreneur.
Εκείνη δουλεύει προς το όνειρό της να γίνει μια επιτυχημένη επιχειρηματίας.



























