Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to work toward
[phrase form: work]
01
δουλεύω προς, προσπαθώ για
to make an effort to achieve a particular goal
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
towards
βασικό ρήμα
work
ενεστώτας
work toward
γ΄ ενικό πρόσωπο
works toward
ενεστώτα μετοχή
working toward
απλός αόριστος
worked toward
παθητική μετοχή
worked toward
Παραδείγματα
They are working towards strengthening their relationship by attending couples therapy and practicing effective communication.
Εργάζονται προς την ενίσχυση της σχέσης τους παρακολουθώντας θεραπεία ζευγαριών και εξασκώντας αποτελεσματική επικοινωνία.



























