to wind down
wind
wɪnd
vind
down
daʊn
dawn
windblown

Ορισμός και σημασία του "wind down"στα αγγλικά

to wind down
01

σταδιακά μειώνω, σταδιακά κλείνω

to slowly reduce the activity of a business or organization, leading to its eventual closure 
to wind down definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
wind
ενεστώτας
wind down
γ΄ ενικό πρόσωπο
winds down
ενεστώτα μετοχή
winding down
απλός αόριστος
wound down
παθητική μετοχή
wound down
Παραδείγματα
The company plans to wind down its operations over the next six months. 

Η εταιρεία σχεδιάζει να σταδιακά τερματίσει τις λειτουργίες της στα επόμενα έξι μήνες.

02

χαλαρώνω, ηρεμώ

to relax after a period of stress or excitement, often by engaging in soothing activities 
Παραδείγματα
After a long day at work, I like to wind down by reading a good book. 

Μετά από μια μεγάλη μέρα στη δουλειά, μου αρέσει να χαλαρώνω διαβάζοντας ένα καλό βιβλίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store