Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wind down
[phrase form: wind]
01
σταδιακά μειώνω, σταδιακά κλείνω
to slowly reduce the activity of a business or organization, leading to its eventual closure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
wind
ενεστώτας
wind down
γ΄ ενικό πρόσωπο
winds down
ενεστώτα μετοχή
winding down
απλός αόριστος
wound down
παθητική μετοχή
wound down
Παραδείγματα
The board of directors voted to wind the organization down and distribute its remaining assets.
Το διοικητικό συμβούλιο ψήφισε να σταματήσει σταδιακά τον οργανισμό και να διανείμει τα υπόλοιπα περιουσιακά του στοιχεία.
02
χαλαρώνω, ηρεμώ
to relax after a period of stress or excitement, often by engaging in soothing activities
Παραδείγματα
She finds it helpful to wind down with a warm bath and a cup of herbal tea.
Βρίσκει χρήσιμο να χαλαρώνει με ένα ζεστό μπάνιο και ένα φλιτζάνι τσάι βοτάνων.



























