body hair
bo
ˈbɒ
bo
dy
di
di
hair
heə
he

Ορισμός και σημασία του "body hair"στα αγγλικά

01

τρίχωμα σώματος, σωματικές τρίχες

short hair growing over a person's body 
body hair definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store