Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to veg out
01
χαλαρώνω, τεμπελιάζω
to relax without doing much activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
veg
ενεστώτας
veg out
γ΄ ενικό πρόσωπο
vegs out
ενεστώτα μετοχή
vegging out
απλός αόριστος
vegged out
παθητική μετοχή
vegged out
Παραδείγματα
We decided to veg out in front of the TV after a hectic day at work.
Αποφασίσαμε να χαλαρώσουμε μπροστά στην τηλεόραση μετά από μια κουραστική μέρα στη δουλειά.



























