Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to veg out
[phrase form: veg]
01
χαλαρώνω, τεμπελιάζω
to relax without doing much activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
veg
ενεστώτας
veg out
γ΄ ενικό πρόσωπο
vegs out
ενεστώτα μετοχή
vegging out
απλός αόριστος
vegged out
παθητική μετοχή
vegged out
Παραδείγματα
The students vegged out in the common room, chatting and relaxing.
Οι μαθητές χαλάρωσαν στο κοινόχρηστο δωμάτιο, μιλώντας και χαλαρώνοντας.



























