Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to touch upon
01
θίγω εν συντομία, αγγίζω επιφανειακά
to make a brief reference to a particular topic in the course of discussing something broader
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
touch
ενεστώτας
touch upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
touches upon
ενεστώτα μετοχή
touching upon
απλός αόριστος
touched upon
παθητική μετοχή
touched upon
Παραδείγματα
The podcast hosts touched upon the growing trend of mindfulness in the workplace.
Οι οικοδεσπότες του podcast άγγιξαν την αυξανόμενη τάση της ενσυνειδητότητας στον χώρο εργασίας.



























