Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to touch upon
[phrase form: touch]
01
θίγω εν συντομία, αγγίζω επιφανειακά
to make a brief reference to a particular topic in the course of discussing something broader
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
touch
ενεστώτας
touch upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
touches upon
ενεστώτα μετοχή
touching upon
απλός αόριστος
touched upon
παθητική μετοχή
touched upon
Παραδείγματα
The novel subtly touched upon the complexities of human relationships.
Το μυθιστόρημα αγγίξει λεπτά τις πολυπλοκότητες των ανθρώπινων σχέσεων.



























