Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to think ahead
01
σκέφτομαι μπροστά, προγραμματίζω εκ των προτέρων
to carefully consider or make plans for what might happen in the future
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ahead
βασικό ρήμα
think
ενεστώτας
think ahead
γ΄ ενικό πρόσωπο
thinks ahead
ενεστώτα μετοχή
thinking ahead
απλός αόριστος
thought ahead
παθητική μετοχή
thought ahead
Παραδείγματα
It's important to think ahead when making financial decisions for long-term stability.
Είναι σημαντικό να σκέφτεστε μπροστά όταν παίρνετε οικονομικές αποφάσεις για μακροπρόθεσμη σταθερότητα.



























