Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to think ahead
[phrase form: think]
01
σκέφτομαι μπροστά, προγραμματίζω εκ των προτέρων
to carefully consider or make plans for what might happen in the future
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ahead
βασικό ρήμα
think
ενεστώτας
think ahead
γ΄ ενικό πρόσωπο
thinks ahead
ενεστώτα μετοχή
thinking ahead
απλός αόριστος
thought ahead
παθητική μετοχή
thought ahead
Παραδείγματα
Parents often encourage their children to think ahead when setting academic and personal goals.
Οι γονείς συχνά ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να σκέφτονται μπροστά όταν θέτουν ακαδημαϊκούς και προσωπικούς στόχους.



























