Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take through
[phrase form: take]
01
οδηγώ, εξηγώ
to guide someone through an explanation or demonstrate how to do something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
through
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take through
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes through
ενεστώτα μετοχή
taking through
απλός αόριστος
took through
παθητική μετοχή
taken through
Παραδείγματα
Can you take me through the key points of the presentation?
Μπορείτε να με καθοδηγήσετε στα κύρια σημεία της παρουσίασης;



























