Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take around
01
ξενάγω, δείχνω τα σημαντικά σημεία
to show someone the important parts of a place by walking through it together
Ditransitive: to take around sb a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take around
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes around
ενεστώτα μετοχή
taking around
απλός αόριστος
took around
παθητική μετοχή
taken around
Παραδείγματα
I'll take you around the campus to show you the key facilities.
Θα σε ξενάγησω στην πανεπιστημιούπολη για να σου δείξω τις βασικές εγκαταστάσεις.



























