to stop off
Pronunciation
/stˈɑːp ˈɔf/

Ορισμός και σημασία του "stop off"στα αγγλικά

to stop off
[phrase form: stop]
01

κάνω στάση, σταματώ

to make a short visit to a place on the way to another destination
to stop off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
stop
ενεστώτας
stop off
γ΄ ενικό πρόσωπο
stops off
ενεστώτα μετοχή
stopping off
απλός αόριστος
stopped off
παθητική μετοχή
stopped off
Παραδείγματα
On their way to the concert, they stopped off at a restaurant for dinner.
Στο δρόμο τους για το κοντσέρτο, σταμάτησαν σε ένα εστιατόριο για δείπνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store