Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stop off
[phrase form: stop]
01
κάνω στάση, σταματώ
to make a short visit to a place on the way to another destination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
stop
ενεστώτας
stop off
γ΄ ενικό πρόσωπο
stops off
ενεστώτα μετοχή
stopping off
απλός αόριστος
stopped off
παθητική μετοχή
stopped off
Παραδείγματα
On their way to the concert, they stopped off at a restaurant for dinner.
Στο δρόμο τους για το κοντσέρτο, σταμάτησαν σε ένα εστιατόριο για δείπνο.



























