Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stick at
[phrase form: stick]
01
επιμένω σε, συνεχίζω με
to continue making efforts toward achieving a goal
Transitive: to stick at an activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
stick
ενεστώτας
stick at
γ΄ ενικό πρόσωπο
sticks at
ενεστώτα μετοχή
sticking at
απλός αόριστος
stuck at
παθητική μετοχή
stuck at
Παραδείγματα
The musician refused to give up and decided to stick at practicing until they became a skilled performer.
Ο μουσικός αρνήθηκε να τα παρατήσει και αποφάσισε να επιμείνει στην εξάσκηση μέχρι να γίνει επιδέξιος ερμηνευτής.



























