Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stick at
01
επιμένω σε, συνεχίζω με
to continue making efforts toward achieving a goal
Transitive: to stick at an activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
stick
ενεστώτας
stick at
γ΄ ενικό πρόσωπο
sticks at
ενεστώτα μετοχή
sticking at
απλός αόριστος
stuck at
παθητική μετοχή
stuck at
Παραδείγματα
The athlete resolved to stick at training relentlessly to improve their performance.
Ο αθλητής αποφάσισε να επιμείνει στην προπόνηση αμείλικτα για να βελτιώσει την απόδοσή του.



























