Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stay in
01
μένω μέσα, μένω σπίτι
to remain inside a place, typically one's home, and not go outside for a period of time due to reasons such as illness, personal preference, or safety
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
stay
ενεστώτας
stay in
γ΄ ενικό πρόσωπο
stays in
ενεστώτα μετοχή
staying in
απλός αόριστος
stayed in
παθητική μετοχή
stayed in
Παραδείγματα
The recovering patient was advised to stay in for a few days to avoid exposure to germs.
Συμβουλεύτηκε ο ασθενής που αναρρώνει να μείνει μέσα για μερικές ημέρες για να αποφύγει την έκθεση σε μικρόβια.



























