Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stand down
01
αποχωρώ, παραιτούμαι
to willingly step back from a position or authority, and allow someone else to take over
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
stand
ενεστώτας
stand down
γ΄ ενικό πρόσωπο
stands down
ενεστώτα μετοχή
standing down
απλός αόριστος
stood down
παθητική μετοχή
stood down
Παραδείγματα
The leader decided to stand down from their role to allow new ideas and leadership to emerge.
Ο ηγέτης αποφάσισε να παραιτηθεί από το ρόλο του για να επιτρέψει σε νέες ιδέες και ηγεσία να αναδυθούν.
02
χαλαρώστε, αποσύρετε από την ετοιμότητα
to relax or withdraw from a state of readiness or alertness
Παραδείγματα
The troops were ordered to stand down after the negotiations were successful.
Οι στρατιώτες διατάχθηκαν να αποσυρθούν μετά την επιτυχία των διαπραγματεύσεων.



























