Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spring from
01
προέρχομαι από, πηγάζω από
to be caused by a particular factor, circumstance, or event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
from
βασικό ρήμα
spring
ενεστώτας
spring from
γ΄ ενικό πρόσωπο
springs from
ενεστώτα μετοχή
springing from
απλός αόριστος
sprang from
παθητική μετοχή
sprung from
Παραδείγματα
Her success in the music industry sprang from years of dedication and hard work.
Η επιτυχία της στη μουσική βιομηχανία προέρχεται από χρόνια αφοσίωσης και σκληρής δουλειάς.
02
ξεσπώ, εμφανίζομαι ξαφνικά
to appear suddenly or unexpectedly, often with a surprising or dramatic effect
Παραδείγματα
Laughter sprang from the back of the room, catching everyone by surprise.
Γέλια ξέσπασαν από το πίσω μέρος του δωματίου, αιφνιδιάζοντας όλους.



























