Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spring from
[phrase form: spring]
01
προέρχομαι από, πηγάζω από
to be caused by a particular factor, circumstance, or event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
from
βασικό ρήμα
spring
ενεστώτας
spring from
γ΄ ενικό πρόσωπο
springs from
ενεστώτα μετοχή
springing from
απλός αόριστος
sprang from
παθητική μετοχή
sprung from
Παραδείγματα
The controversy surrounding the film sprang from its portrayal of sensitive social issues.
Η διαμάχη γύρω από την ταινία προέκυψε από την απεικόνιση ευαίσθητων κοινωνικών θεμάτων.
02
ξεσπώ, εμφανίζομαι ξαφνικά
to appear suddenly or unexpectedly, often with a surprising or dramatic effect
Παραδείγματα
Delighted shouts spring from the children as the magician pulls a rabbit out of the hat.
Χαρούμενες κραυγές ξέσπασαν από τα παιδιά καθώς ο μάγος έβγαλε ένα κουνέλι από το καπέλο.



























