Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sleep through
[phrase form: sleep]
01
κοιμάμαι αδιάκοπα, παραμένω κοιμισμένος παρά
to remain asleep without being awakened by a noise or activity
Transitive: to sleep through noise or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
sleep
ενεστώτας
sleep through
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleeps through
ενεστώτα μετοχή
sleeping through
απλός αόριστος
slept through
παθητική μετοχή
slept through
Παραδείγματα
She somehow could sleep through the noisy traffic outside her apartment every morning.
Κάπως κατάφερνε να κοιμηθεί μέσα από τον θόρυβο της κίνησης έξω από το διαμέρισμά της κάθε πρωί.



























