Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sleep through
01
κοιμάμαι αδιάκοπα, παραμένω κοιμισμένος παρά
to remain asleep without being awakened by a noise or activity
Transitive: to sleep through noise or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
sleep
ενεστώτας
sleep through
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleeps through
ενεστώτα μετοχή
sleeping through
απλός αόριστος
slept through
παθητική μετοχή
slept through
Παραδείγματα
The heavy sleeper could easily sleep through the loud construction noises outside her window.
Ο βαθύς κοιμησούλας μπορούσε εύκολα να κοιμηθεί μέσα από τους δυνατούς θορύβους κατασκευής έξω από το παράθυρό της.



























