Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to show out
[phrase form: show]
01
συνοδεύω στην έξοδο, οδηγώ στην πόρτα
to guide someone to the exit or door as they depart
Παραδείγματα
The usher showed out the audience after the event ended.
Ο θυρωρός οδήγησε προς την έξοδο το κοινό μετά το τέλος της εκδήλωσης.



























