Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to show out
[phrase form: show]
01
συνοδεύω στην έξοδο, οδηγώ στην πόρτα
to guide someone to the exit or door as they depart
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
show
ενεστώτας
show out
γ΄ ενικό πρόσωπο
shows out
ενεστώτα μετοχή
showing out
απλός αόριστος
showed out
παθητική μετοχή
shown out
Παραδείγματα
The usher showed out the audience after the event ended.
Ο θυρωρός οδήγησε προς την έξοδο το κοινό μετά το τέλος της εκδήλωσης.



























