Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shoot through
01
ξεφεύγω, τσακώνω
to depart quickly, typically to evade a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
shoot
ενεστώτας
shoot through
γ΄ ενικό πρόσωπο
shoots through
ενεστώτα μετοχή
shooting through
απλός αόριστος
shot through
παθητική μετοχή
shot through
Παραδείγματα
The employee quietly shot through the office to avoid a confrontation with the boss.
Ο υπάλληλος έφυγε σιγά από το γραφείο για να αποφύγει μια αντιπαράθεση με το αφεντικό.



























