Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shoot through
01
ξεφεύγω, τσακώνω
to depart quickly, typically to evade a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
shoot
ενεστώτας
shoot through
γ΄ ενικό πρόσωπο
shoots through
ενεστώτα μετοχή
shooting through
απλός αόριστος
shot through
παθητική μετοχή
shot through
Παραδείγματα
She quickly shot through the exit, escaping the uncomfortable situation.
Έφυγε γρήγορα διασχίζοντας την έξοδο, ξεφεύγοντας από την άβολη κατάσταση.



























