to settle up
se
ˈsɛ
se
ttle
təl
tēl
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "settle up"στα αγγλικά

to settle up
01

εξοφλώ, πληρώνω

to pay the money one owes someone 
to settle up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
settle
ενεστώτας
settle up
γ΄ ενικό πρόσωπο
settles up
ενεστώτα μετοχή
settling up
απλός αόριστος
settled up
παθητική μετοχή
settled up
Παραδείγματα
It's important to settle up any outstanding dues before the due date. 

Είναι σημαντικό να καταβάλετε τυχόν εκκρεμείς οφειλές πριν από την ημερομηνία λήξης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store