Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to settle up
01
εξοφλώ, πληρώνω
to pay the money one owes someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
settle
ενεστώτας
settle up
γ΄ ενικό πρόσωπο
settles up
ενεστώτα μετοχή
settling up
απλός αόριστος
settled up
παθητική μετοχή
settled up
Παραδείγματα
It's important to settle up any outstanding dues before the due date.
Είναι σημαντικό να καταβάλετε τυχόν εκκρεμείς οφειλές πριν από την ημερομηνία λήξης.



























