Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to see about
[phrase form: see]
01
ασχολούμαι με, βλέπω σχετικά με
to make arrangements for something to be addressed or completed
Transitive: to see about doing sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about
βασικό ρήμα
see
ενεστώτας
see about
γ΄ ενικό πρόσωπο
sees about
ενεστώτα μετοχή
seeing about
απλός αόριστος
saw about
παθητική μετοχή
seen about
Παραδείγματα
We should see about booking a reservation at the restaurant for Friday night.
Θα πρέπει να φροντίσουμε να κάνουμε κράτηση στο εστιατόριο για την Παρασκευή βράδυ.
02
πέφτω να δω, επισκέπτομαι
to meet with someone in the places they usually work or spend time
Transitive: to see about sb somewhere
Παραδείγματα
She wants to see her classmates about during the lunch break.
Θέλει να δει τους συμμαθητές της κατά τη διάρκεια του διαλείμματος του μεσημεριανού.



























