Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scribble down
[phrase form: scribble]
01
κακογράφω, γράφω βιαστικά
to hastily write something on a piece of paper without much care for neatness or detail
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
scribble
ενεστώτας
scribble down
γ΄ ενικό πρόσωπο
scribbles down
ενεστώτα μετοχή
scribbling down
απλός αόριστος
scribbled down
παθητική μετοχή
scribbled down
Παραδείγματα
She scribbled down the grocery items on her shopping list.
Ζωγράφισε τα είδη παντοπωλείου στη λίστα αγορών της.



























