Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put at
01
εκτιμώ, υπολογίζω
to guess a value or amount for something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
at
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put at
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts at
ενεστώτα μετοχή
putting at
απλός αόριστος
put at
παθητική μετοχή
put at
Παραδείγματα
I'd put the crowd at around 2,000 people.
Θα υπολόγιζα το πλήθος σε περίπου 2.000 άτομα.



























