Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to press for
01
πιέζω για, απαιτώ
to strongly demand something, often from someone in authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
press
ενεστώτας
press for
γ΄ ενικό πρόσωπο
presses for
ενεστώτα μετοχή
pressing for
απλός αόριστος
pressed for
παθητική μετοχή
pressed for
Παραδείγματα
Parents pressed for increased safety measures at the school.
Οι γονείς πίεσαν για αυξημένα μέτρα ασφάλειας στο σχολείο.
02
έχω ανάγκη, υστερούμε σε
to be in urgent need of something, often time or money
Παραδείγματα
They had to skip their vacation as they were pressed for money.
Έπρεπε να παραλείψουν τις διακοπές τους καθώς ήταν στενά χρήματα.



























