Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to phone around
[phrase form: phone]
01
τηλεφωνώ γύρω, τηλεφωνώ σε πολλά μέρη
to call multiple people or places, typically to gather specific information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
phone
ενεστώτας
phone around
γ΄ ενικό πρόσωπο
phones around
ενεστώτα μετοχή
phoning around
απλός αόριστος
phoned around
παθητική μετοχή
phoned around
Παραδείγματα
The teacher decided to phone round the parents to remind them of the upcoming school trip.
Ο δάσκαλος αποφάσισε να τηλεφωνήσει στους γονείς για να τους υπενθυμίσει την επερχόμενη σχολική εκδρομή.



























