Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pack up
01
συσκευάζω, μαζεύω τα πράγματά μου
to put things into containers or bags in order to transport or store them
Transitive: to pack up sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
pack
ενεστώτας
pack up
γ΄ ενικό πρόσωπο
packs up
ενεστώτα μετοχή
packing up
απλός αόριστος
packed up
παθητική μετοχή
packed up
Παραδείγματα
She spent the evening packing up her belongings for the big move.
Πέρασε το βράδυ συσκευάζοντας τα υπάρχοντά της για τη μεγάλη μετακόμιση.
02
συσκευάζω τα πράγματά μου, ετοιμάζω τα υπάρχοντά μου
to prepare one's belongings for transportation to a new residence
Intransitive
Παραδείγματα
Once the lease ends, they'll pack up and start their journey overseas.
Μόλις λήξει η μίσθωση, θα συσκευάσουν και θα ξεκινήσουν το ταξίδι τους στο εξωτερικό.
03
χαλάω, σταματώ να λειτουργώ
to break or stop working, usually machinery or electronic equipment
Intransitive
Παραδείγματα
My old computer finally packed up after ten years of use.
Ο παλιός μου υπολογιστής τελικά παραιτήθηκε μετά από δέκα χρόνια χρήσης.



























